γονατώδης

γονᾰτ-ώδης, ες,
A with joints, Thphr.HP 1.5.3, Dsc.1.1,4.29.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γονατώδης — with joints masc/fem acc pl (attic epic doric) γονατώδης with joints masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) γονατώδης with joints masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατώδης — ες (AM γονατώδης, ες) (για βλαστούς) γεμάτος γόνατα, κόμπους νεοελλ. 1. (για όργανα) αυτός ο οποίος κάμπτεται σαν το γόνατο 2. φρ. «γονατώδη σώματα» προεξοχές τού πίσω τμήματος τού οπτικού θαλάμου …   Dictionary of Greek

  • γονατωδέστερον — γονατώδης with joints adverbial comp γονατώδης with joints masc acc comp sg γονατώδης with joints neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατώδη — γονατώδης with joints neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γονατώδης with joints masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γονατώδης with joints masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατῶδες — γονατώδης with joints masc/fem voc sg γονατώδης with joints neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατώδεις — γονατώδης with joints masc/fem acc pl γονατώδης with joints masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

  • αλωπέκουρος — (alopecurus). Γένος ποωδών, μονοετών ή πολυετών φυτών της οικογένειας των αγρωστωδών, ιθαγενών των εύκρατων περιοχών. Στο γένος αυτό ανήκουν χρήσιμα για βόσκηση φυτά, αλλά και ενοχλητικά ζιζάνια. Έχουν στρογγυλή και επιμήκη ταξιανθία που μοιάζει… …   Dictionary of Greek

  • γονατιοειδής — ές ο γονατώδης …   Dictionary of Greek

  • γόνατο — Άρθρωση που συνδέει το μηριαίο οστό με την κνήμη. Στην άρθρωση αυτή συμμετέχει και ένα άλλο οστό, η επιγονατίδα, που βρίσκεται μέσα στον τένοντα του τετρακέφαλου μυός. Η κυρτή αρθρική επιφάνεια των μηριαίων κονδύλων εφάπτεται με την ελαφρώς κοίλη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.